Τι είναι η συγγενής απόφραξη του Ρινοδακρυικού πόρου;

Τα μάτια έχουν συνήθως τόσα δάκρυα όσα χρειάζονται για να παραμένουν υγρά. Σε μερικά παιδιά ωστόσο φαίνεται να υπάρχει μια σταθερή υπερχείλιση των δακρύων.  Τα δάκρυα αποχετεύονται κανονικά από το το μάτι μέσω των δύο μικροσκοπικών οπών στις άκρες των βλεφάρων. Μέσα από αυτές τις οπές (δακρυϊκά σημεία), δημιουργούνται αγωγοί (σωληνάρια) που μεταφέρουν τα δάκρυα από το μάτι στο εσωτερικό της μύτης σχηματίζοντας αυτό που ονομάζεται ρινοδακρυϊκό σύστημα.

Δεν είναι ασυνήθιστο για ένα μωρό να γεννηθεί προτού αυτοί οι αγωγοί να είναι απολύτως ανοικτοί. Αυτό δεν επιφέρει κανένα πρόβλημα εκτός από τη δακρύρροια. Τουλάχιστον το 20% των νεογνών έχει συγγενή απόφραξη η οποία περνάει απαρατήρητη από τους Οφθαλμιάτρους γιατί στο μεγαλύτερο ποσοστό λύνεται από μόνη της τον πρώτο μήνα της ζωής. Η κατάσταση μπορεί να γίνει σοβαρότερη εντούτοις, όταν παραμείνει και εγκλωβιστεί υγρό μέσα στο δακρυϊκό ασκό. Ο ασκός ερεθίζεται και τελικά μολύνεται. Ο ρινοδακρυϊκός πόρος αποφράσσεται και αυτή η μόνιμη απόφραξη ονομάζεται συγγενής απόφραξη του ρινοδακρυικού πόρου.

Πού ακριβώς είναι ο ρινοδακρυϊκός πόρος;

Το ρινοδακρυϊκό σύστημα ξεκινάει κάτω από το δέρμα στις έσω γωνίες των ματιών δίπλα στη μύτη. Περνάει έπειτα κάτω από τα κόκαλα του προσώπου και ανοίγει πραγματικά μέσα στη μύτη. Η σύνδεση μεταξύ του ματιού και της μύτης είναι προφανής για αυτό και όταν κλαίει κάποιος σκουπίζει τη μύτη του. Το τελευταίο τμήμα του ρινοδακρυικού συστήματος είναι ο ρινοδακρυικός πόρος.

Γιατί αποφράσσεται?

Το στόμιο του ρινοδακρυϊκού πόρου είναι μονίμως καλυμμένο από μια πτυχή του βλεννογόνου(βαλβίδα του Hasner). Αυτή η βαλβίδα αργεί να ωριμάσει και κατά την γέννηση είναι συνήθως αποφραγμένη.

Πώς ο γιατρός ξέρει πότε ένα παιδί έχει απόφραξη του ρινοδακρυικού πόρου;

Εάν ένα μικρό παιδί έχει δακρύρροια, τότε η απόφραξη του ρινοδακρυικού πόρου είναι πιθανή. Ο γιατρός να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
• Είναι η δακρύρροια από απόφραξη ή μήπως άλλες αιτίες είναι αυτές που την προκαλούν;
• Υπάρχουν ενοχλήσεις από τα μάτια;
• Μήπως είναι μόλυνση ή αλλεργία;
• Μήπως είναι τραυματισμένος ο κερατοειδής; Είναι κόκκινο τα μάτι;
• Πως είναι οι εκκρίσεις; Είναι διαυγείς, λευκωπές ή κιτρινωπές;
• Μήπως υπάρχει συνοδός δακρυοκυστίτιδα;
• Είναι συγγενής η απόφραξη ή μήπως δευτεροπαθής;

Πώς αντιμετωπίζεται;

Μια προσεκτική εξέταση είναι απαραίτητη για να βοηθήσει το γιατρό να αποφασίσει εάν το παιδί έχει απόφραξη του ρινοδακρυικού πόρου και να συστήσει τη σωστή θεραπεία.
Εάν υπάρχει απόφραξη τότε απλά τοποθετώντας μια θερμή, υγρή κομπρέσα στο μάτι του παιδιού μερικές φορές την ημέρα μπορεί να βοηθήσει το υγρό να ρευστοποιηθεί και να ανοίξει ο πόρος. Είναι επίσης μερικές φορές χρήσιμο να κάνετε ένα ήπιο μασάζ στη γωνία της μύτης με καθαρά χέρια . Οι μαλάξεις αυτές αυξάνουν την υδροστατική πίεση και ως εκ τούτου μπορεί να επιφέρουν ρήξη της μεμβρανώδους απόφραξης. Ο γιατρός θα σας εξηγήσει ακριβώς πώς να το κάνετε αυτό και πόσες φορές την ημέρα να το επαναλάβετε.

Και αν δεν ανοίξει ο ρινοδακρυϊκός πόρος;

Μπορεί να πάρει μέχρι 1 έτος για τον αγωγό προκειμένου να ανοίξει. Εάν η απόφραξη προκαλεί διάφορα προβλήματα τότε ο γιατρός σας θα μπορούσε να σας προτείνει μια διαδικασία για να ανοίξει τον αγωγό. Αυτό καλείται καθετηριασμός του πόρου και μπορεί να είναι απαραίτητο εάν ο αγωγός είναι ιδιαίτερα μολυσμένος.

Πότε κάνουμε τον καθετηριασμό;

Δεδομένου ότι στο 90% των περιπτώσεων τα δακρυϊκά σωληνάρια ανοίγουν μέσα στον πρώτο χρόνο, ο καθετηριασμός αναβάλλεται για τον δεύτερο χρόνο για τα παιδάκια που τα σωληνάκια παρέμειναν κλειστά. Αρκεί να περιμένουμε λοιπόν και να μην βιαστούμε.

Πως γίνετε ο καθετηριασμός?

Γίνετε σε χειρουργείο και υπό γενική αναισθησία. Τα βήματα είναι τα εξής:
Με μια μύλη(ένα λεπτό μέταλλο που μοιάζει με καλώδιο ) περνάμε μέσα από τα δακρυϊκά σημεία και το δακρυϊκό ασκό και φθάνουμε στο ρινοδακρυϊκό πόρο και το ύψος της βαλβίδας του Hasner όπου και την διαπερνάμε. Ελέγχουμε στη συνέχεια με φυσιολογικό ορό την διαπερατότητα για να βεβαιωθούμε ότι ο πόρος άνοιξε. Ο ορός τότε από τα μάτια θα φτάσει στη μύτη. Το 90% των παιδιών θεραπεύονται με τον πρώτο καθετηριασμό και το 6% με τον δεύτερο. Οι περιπτώσεις αποτυχίας οφείλονται συνήθως σε ανατομική ανωμαλία του πόρου η οποία αναγνωρίζεται συνήθως κατά τον αρχικό καθετηριασμό λόγω της δυσκολίας που συναντά ο καθετήρας να διέλθει και της εν συνέχειας αδυναμίας έγχυσης φυσιολογικού ορού εντός του ρινοδακρυϊκού πόρου.

Τι γίνετε τότε; Αν αποτύχει ο καθετηριασμός υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να γίνει;

Σε περίπτωση αποτυχίας και στο τέλος της διαδικασίας, τοποθετούμε ένα μικρό σωληνάκι σιλικόνης που παραμένει μέσα στον αγωγό για αρκετούς μήνες πριν το αφαιρέσουμε. Αυτό το σωληνάκι αναγκάζει τον αγωγό να παραμείνει ανοιχτός και συνήθως παραμένει και αφού το αφαιρέσουμε.

Και αν πάλι αποτύχει;

Όντως, περιστασιακά ο ρινοδακρυϊκός αγωγός απλά δεν θα λειτουργήσει. Τότε κάνουμε μια επέμβαση που ονομάζεται δακρυοασκορρινοστομία συνήθως στην ηλικία 3-4 ετών.
Η επέμβαση αυτή γίνεται πάντα υπό γενική αναισθησία. Ο χειρουργός θα κάνει μια τομή κοντά στη μύτη και θα συνδέσει το δακρυϊκό ασκό με το εσωτερικό της μύτης παρακάμπτοντας το αποφραγμένο ρινοδακρυϊκό πόρο. Η διαδικασία αυτή είναι πολύ αποτελεσματική στην επίλυση του προβλήματος.

Posted in Άρθρα and tagged , .